Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021

~ Ο Παπισμός στον Ντοστογιέφσκι ~



«Ό Ρωμαϊκός καθολικισμός δεν είναι πια χριστιανισμός».

«Οι Δαιμονισμένοι».


«… Ό καθολικισμός είναι πίστη μη χριστιανική… Ό καθολικισμός της Ρώμης είναι χειρότερος από τον αθεϊσμό… Ό αθεϊσμός κηρύττει μονάχα το μηδέν, ό καθολικισμός, όμως προχωρεί πιο πέρα ακόμα κηρύττει ένα διαστρεβλωμένο Χριστό, ένα Χριστό αντίθετο του Χρίστου. Κηρύττει τον Αντίχριστο».

«Ό ηλίθιος» (Δ’, 1, VII)


«… Ή Ρώμη άνεκήρυξε ένα Χριστό πού υπέκυψε στον τρίτο πειρασμό του σατανά… Διεκήρυξε σε όλο τον κόσμο πώς ό Χριστός δεν μπορεί να βασιλέψει χωρίς την επίγεια βασιλεία. Ήταν το ίδιο σαν να άνεκήρυξε ό καθολικισμός τον Αντίχριστο, κι αυτό ήταν πού κατέστρεψε την Δύση».

«Οι Δαιμονισμένοι».


«… Ό Πάπας άρπαξε γη, έκατσε σε γήινο θρόνο και επήρε ξίφος στα χέρια του. Από τότε δεν έχει αλλάξει τίποτε, μονάχα πού στο ξίφος πρόσθεσαν καί το ψευδός, την ραδιουργία, την απάτη, τον φανατισμό, την πρόληψη, το έγκλημα».

«Ό Ήλίθιος».


«… Παίξανε (οι παπικοί) με τα πιο αγία, τα πιο δίκαια, τα πιο αγνά, τα πιο φλογερά αισθήματα του λάου. “Ολα, όλα τα προδώσανε, για να κερδίσουν την ανάξια γήινη εξουσία. Δεν είναι, λοιπόν, όλα αυτά διδασκαλία του Αντίχριστου;»

«Ό Ήλίθιος».

Κυριακή 30 Μαΐου 2021

Σκέψεις για τους ανθρώπους του καιρού μας – Φώτης Κόντογλου



Θεέ μου! Πόσο δυστυχισμένος είναι ο άνθρωπος, πού βρίσκεται, μακρυά σου! Εκείνος πού θέλει να έχει τη λεγόμενη ελευθερία, στηριγμένος στον εαυτό του!


~ Πολλές φορές, βλέποντας τη νευρική δραστηριότητα, πού έχουνε οι άνθρωποι του καιρού μας, έρχονται στο στόμα μου τα λόγια τούτα του Προφητάνακτος Δαυίδ: «Ιδού παλαιστάς έθου τάς ημέρας μου καί η υπόστασίς μου ωσεί ουδέν ενώπιόν σου. Πλην τα σύμπαντα ματαιότης, πάς άνθρωπος ζών. Μέντοιγε εν εικόνι διαπορεύεται άνθρωπος, πλην μάτην ταράσσεται».

Οι άνθρωποι βρίσκουνται σε ακατάπαυστη κίνηση, σαν μανιακοί. Άλλοι τρέχουνε από δω, άλλοι από κει. Όλοι βιάζουνται. Δοξάζω τον Θεό άμα δω κανέναν να πορεύεται ήσυχα, χωρίς να βιάζεται!…Θαρρείς πως ο διάβολος τους κυνήγα με μια βουκέντρα, καί δεν τους αφήνει να ησυχάσουνε.

Άλλοι τρέχουνε λαχανιασμένοι να πιάσουνε τη χρυσή ρόδα, πού την κυλά μπροστά τους ο διάβολος, πού τον λέγανε οι αρχαίοι Ερμή, σκουντουφλάνε ο ένας απάνω στον άλλον στα χρηματιστήρια, στις Τράπεζες, στις μπούρσες, στις κούρσες, στα καζίνα. 

Άλλοι κάνουνε λογής-λογής συνέδρια, καί συζητάνε περί ανέμων καί υδάτων, άλλοι μαζεύονται κι αλληλοθαυμάζουνται κι αλληλομισούνται σε σωματεία, σε συλλόγους, σε εταιρείες, άλλοι μαζεύουνται σαν τα μυρμήγκια κατά χιλιάδες, καί βλέπουνε τα λεγόμενα ματς, με κάτι αγριοφωνάρες πού θαρρείς πως βγαίνουνε από θηριοτροφείο.

Άλλοι κάνουνε καλλιστεία, άλλοι εκθέτουνε τα έργα της τέχνης τους καί καμαρώνουνε, ως πού να περάσουνε δυο-τρεις μέρες καί να τους ξεχάσουνε οι θαυμαστές τους, άλλοι τυπώνουνε βιβλία, άλλοι βγάζουνε λόγους σαν βραχνιασμένοι βάτραχοι.

Άλλοι κάνουνε τον παλληκαρά πού δεν φοβάται τίποτα, ώσπου να καταντήσουνε σε λίγα χρόνια σαν ξεφουσκωμένες καραμούζες, άλλοι συζητάνε για λεπτά αισθητικά προβλήματα με κάτι κλούβιες κυρίες πού τα μάτια τους είναι σαν άψυχες χάντρες καί πού μιλάνε σαν φωνόγραφα, χωρίς να ξέρουνε τί λένε.

Άλλοι γεμίζουνε τα θέατρα για να αισθανθούνε «το ρίγος της τέχνης», άλλοι ακούνε συνοφρυωμένοι καί βυθισμένοι εις βάθος δυσθεώρητον τα «αριστουργήματα της μουσικής», άλλοι κάνουνε ψυχικές έρευνες με επιστημονική αξιοπρέπεια…

Όλοι, τέλος πάντων, καταγίνουνται με όλα όσα μπορούνε να γίνουνε σε τούτο τον ντουνιά, για να ξεχάσουνε τον εαυτό τους, για να μην απομείνουνε μοναχοί καί δούνε τη γύμνια τους, τη μιζέρια τους, το χάος πού τους ζώνει.

Για να γεμίσουνε τη ζωή τους ρίχνουνε μέσα σ” αυτό το άδειο πράγμα ό,τι βρούνε μπροστά τους, φτάνει να γεμίσει καί να σταθεί, σαν το άδειο τσουβάλι όρθιο, πού το παραγεμίζεις πατσαβούρες, παλιόχαρτα, παλιοκούτια.

Ρίχνουνε αποπάνω τους για να σκεπασθούνε παπλώματα, κουβέρτες, φλοκάτες, νιτσεράδες, σαν τον θερμιασμένον πού δεν ημπορεί να ζεσταθεί με κανέναν τρόπο. Μ” όλα πού κάνει για να ησυχάσει ο άνθρωπος ο κενός, πού δεν έχει μέσα του φλέβα ζωής αληθινής, με όλον τον «μωρόν ζήλον» πού δείχνει, δεν καταφέρνει τίποτα: «Μάτην ταράσσεται», «αδιαφόρετα ξετινάζει».

Θεέ μου! Πόσο δυστυχισμένος είναι ο άνθρωπος, πού βρίσκεται, μακρυά σου! Εκείνος πού θέλει να έχει τη λεγόμενη ελευθερία, στηριγμένος στον εαυτό του! «Ματαιότης πάς άνθρωπος ζών». Καλά τα λέγεις, γέρο – Δαυίδ, πού τα πέρασες όλα, ως πού ν” αράξεις στο λιμάνι, ως πού να βρεις τον πολύτιμον μαργαρίτην. Κι ο γυιός σου ο Σολομώντας, πού δοκίμασε όλες αυτές τις ψεύτικες παρηγοριές, όλα αυτά πού δεν δίνουνε αληθινή τροφή στην ψυχή καί στην καρδιά, να τι λέγει:

«Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. Τίς περίσσεια τω ανθρώπω εν παντί μόχθω αυτού ω μοχθεί υπό τον ήλιον; Γενεά πορεύεται καί γενεά έρχεται, καί η γη εις τον αιώνα έστηκε. Καί ανατέλλει ο ήλιος καί εις τον τόπον αυτού έλκει…

Ουκ εστί μνήμη τοις πρώτοις, καί γε τοις εσχάτοις γενομένοις ουκ εσται αυτών μνήμη μετά των γενησομένων εις την εσχάτην… Περισπασμόν πονηρόν εδωκεν ο Θεός τοις υιοίς των ανθρώπων του περισπάσθαι εν αυτώ. Είδον σύμπαντα τα ποιήματα τα πεποιημένα υπό τον ήλιον καί ιδού τα πάντα ματαιότης καί προαίρεσις πνεύματος…

Καί γε τούτο είδον εγώ, ότι από χειρός Θεού εστίν ότι τίς φάγεται καί τίς πίεται πάρεξ αυτού; Ότι τω ανθρώπω τω αγαθώ προ προσώπου αυτού έδωκε σοφίαν καί γνώσιν καί ευφροσύνην, καί τω αμαρτάνοντι έδωκε περισπασμόν του προσθήναι καί του συναγαγείν, του δούναι τω αγαθώ προ προσώπου του Θεού, ότι καί γε τούτο ματαιότης καί προαίρεσις πνεύματος».

Κι άλλα πολλά λέγει για τη ματαιότητα των ανθρώπων καί για την αέναη ταραχή τους ο σοφός Σολομών καί πίσω-πίσω λέγει: «Τέλος λόγου: το παν άκουε• τον Θεόν φοβού καί τάς έντολάς αυτού φύλασσε, ότι τούτο πας άνθρωπος. Ότι σύμπαν το ποίημα ο Θεός άξει εν κρίσει, εν παντί παρεωραμένω, εάν αγαθόν καί εάν πονηρόν.

Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου, σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσιν αυτήν. Ευσέβεια δε εις Θεόν αρχή αισθήσεως, σοφίαν δε καί παιδείαν ασεβείς εξουθενήσουσιν». Σοφία λέγει τη γνώση των μυστηρίων του Θεού.

«Η ευσέβεια, λέγει, είναι αρχή αισθήσεως». Οι άνθρωποι πού δεν την έχουνε, πορεύουνται σαν τους τυφλούς μέσα στη νύχτα, «σκιαμαχούντες εν σκότει». Αυτοί δεν έχουνε αίσθηση, δεν νοιώσανε αληθινά τί είναι η ζωή, γιατί δεν απομείνανε με τους εαυτούς τους, αλλά είναι περισπασμένοι ολοένα «περισπασμώ πονηρώ», με τις ψευτιές με τις οποίες γεμίζουνε τη ζωή τους.

Δεν θησαυρίζουνε, όπως λέγει ο Χριστός, θησαυρούς εν ουρανοίς πού δεν τους τρώγει ο σάρακας καί η βρωτίδα. Σωριάζουνε μέσα τους καί γύρω τους ένα σωρό πράγματα πού δεν θρέφουνε το πνεύμα τους, δηλαδή τον αληθινό εαυτό τους. Καταγίνουνται με πολλά, ενώ ένα πράγμα μοναχά τους χρειάζεται «ενός εστί χρεία».

Όποιος απ’ αυτούς ανοίξει τα μάτια του καί δει τη γύμνια του καί τί ίσκιους έπαιρνε για αλήθειες, πιάνει καί πετά από μέσα του κι από γύρω του όλες αυτές τις αδιαφόρετες σαβούρες, όσα σώρεψε βιαστικά σαν μανιακός, «εκβάλλει εκ του ταμείου της ψυχής αυτού κενά καί παλαιά», καί βάζει μέσα του μοναχά τον αληθινό μαργαρίτη, κ” είναι γεμάτος χαρά, καί φωνάζει σαν τη γυναίκα πού έψαχνε παντού: «Βρήκα τη δραχμή πού έχασα!»

Δηλαδή: βρήκα τον εαυτό μου, βρήκα την αληθινή ζωή, γιατί βρήκα μέσα μου αυτό πού πλάσθηκε κατ” εικόνα του Θεού πού είπε: «Εγώ είμαι, η ζωή κ” η αλήθεια. Όποιος ακολουθεί εμένα, δεν θα περπατήξει μέσα στο σκοτάδι της ψευτιάς, αλλά θα έχει το φως της ζωής».

Πρόσεξέ τα αυτά, σε παρακαλώ. Δεν είναι λόγια. «Ο λόγος ο σος η αλήθεια εστί». Ο ίδιος ο Σολομών λέγει: «Αι οδοί των δικαίων ομοίως φωτί λάμπουσι, προπορεύονται καί φωτίζουσιν, έως κατορθώση η ημέρα. Αι δε οδοί των ασεβών σκοτειναί, ουκ οίδασι πώς προσκόπτουσιν. Υιέ, εμή ρήσει πρόσεχε, τοις δε εμοίς λόγοις παράβαλλε σον ους.

Όπως μη εκλίπωσί σε αί πηγαί σου, φύλαττε αυτάς εν καρδία. Ζωή γαρ εστί τοις ευρίσκουσιν αυτάς, καί πάση σαρκί ίασις. Πάση φυλακή τηρεί την καρδίαν, εκ γαρ τούτων έξοδοι ζωής». «Γυιέ μου, λέγει, πρόσεχε σε ό,τι σου λέγω, καί στήνε τ” αυτί σου στα λόγια μου. Για να μη στερέψουνε μέσα σου οι φλέβες σου, φύλαγέ τες καλά μέσα στην καρδιά σου.

Γιατί αυτές είναι ζωή σ” εκείνους πού τις βρίσκουνε, καί σε κάθε άνθρωπο δίνουνε τη γιατρειά του. Με πάσα προσοχή φύλαγε την καρδιά σου (από την ψευτιά), γιατί απ’ αυτές τις φλέβες βγαίνει ζωή». «Γυιέ μου, τίμα τον Κύριο καί θα νοιώσεις δύναμη, καί παρεκτός από αυτόν μη φοβάσαι άλλον. Φύλαξε τις παραγγελίες μου, καί τα λόγια μου σαν τα μάτια σου. Καί πέρασέ τα σαν δαχτυλίδια στα δάχτυλά σου, γράψε τα απάνω στο πλάτος της καρδίας σου».
Για την αληθινή σοφία, πού είναι αρχή της ο φόβος του Θεού, λέγει πως αυτή δίνει ασφάλεια στην καρδιά, φρονιμάδα καί δύναμη. Η ίδια αύτη η σοφία λέγει:

«Ο Κύριος με έχτισε να είμαι η αρχή στους δρόμους του καί στα έργα του. Πρίν από τους αιώνες με θεμελίωσε, πρίν να πλάσει τη γη. Καί πρίν να κάνει τας αβύσσους, πρίν να βγούνε οι πηγές των υδάτων. Πρίν να θεμελιωθούνε τα βουνά με γέννησε εμένα. Τον καιρό πού ετοίμαζε τον ουρανό, ήμουνα μαζί του, καί τότε πού έβαζε τον θρόνο του απάνω στους ανέμους.

Τον καιρό πού έκανε υψηλά τα δυνατά σύννεφα, καί έβαζε τίς σίγουρες πηγές κάτω από τον ουρανό, καί τότε πού έκανε γερά τα θεμέλια της γης, ήμουνα κοντά του καί τα προσάρμοζα. Εγώ ήμουνα εκείνη πού χαιρότανε ο Κύριος για μένα• καί κάθε ημέρα ευφραινόμουνα από το πρόσωπό του σε κάθε καιρό.

Γιατί ευφραινότανε ο Κύριος σαν αποτελείωσε την οικουμένη, καί χαιρότανε γιατί έπλασε τους ανθρώπους. Τώρα, άκουγέ με, γυιέ μου. Καλότυχος ο άνθρωπος πού θα μ” ακούσει, ο άνθρωπος πού θα φυλάξει τους δρόμους πού του δείχνω, εκείνος πού άγρυπνα κάθε πρωί στην πόρτα μου, εκείνος πού φυλάγει και καρτερά να έβγω.

Γιατί από μένα αναβρύζει η ζωή, κ” ετοιμάζεται το θέλημα του Κυρίου. Κι όσοι αμαρτάνουνε σ” εμένα, κάνουνε κακό καί κρίμα στίς δικές τους ψυχές, κι όσοι με μισούνε εμένα, αυτοί αγαπούνε το θάνατο».

Άκουσες λόγια πού είναι σαν διαμάντια αθάνατα; «Από μένα, λέγει η κατά Θεόν σοφία, βγαίνει η ζωή, κι όσοι αμαρτάνουνε καί δεν με θέλουνε, καί κυνηγάνε τους ίσκιους της ψευτιάς, αυτοί κάνουνε κακό στις ψυχές τους, κι όσοι με μισούνε, αυτοί αγαπούνε τον θάνατο».

Θαρρούνε οι δυστυχείς, πως ξεφεύγουνε από τον θάνατο με το να καταγίνουνται με όσα τους κάνουνε να τον λησμονήσουνε, αντί να “ρθουνε να πιούνε από την αθανασία πού βγαίνει από μένα, δηλαδή από τον Θεό πού τους έπλασε».

Θα πούνε πολλοί, πως αυτές οι ψευτιές είναι η αληθινή ζωή για τους ανθρώπους κ” ίσως με περιπαίξουνε πως κάνω Θεολογία στον σημερινό καιρό, πού ο άνθρωπος βρήκε τέλος την ευτυχία του στα χεροπιαστά πράγματα.

Μα τους ρωτώ: Ποιος από τους σημερινούς βυθίστηκε τόσο βαθιά στην καρδιά του ανθρώπου σαν τον Δαυίδ καί σαν τον Σολομώντα, σ” αύτη την άβυσσο, πού βρίσκεται ο πολύτιμος μαργαρίτης; 

Όλοι σήμερα κολυμπάνε στο απέραντο πέλαγος της ζωής, πού δεν έχει όμως παραπάνω από μια οργυιά βάθος. Τώρα, απάνω από την μερμηγκιά πού στριφογυρίζει σε μια αέναη κίνηση, πού «μάτην ταράσσεται», ακούγεται πιο δυνατά η φωνή του Προφητάνακτος, πού κράζει: 

«Υιοί ανθρώπων ίνα τί αγαπάτε ματαιότητα καί ζητείτε ψεύδος».

Όποιος έχει αυτιά για να ακούγει, ας την ακούσει.



Πηγή: «Ευλογημένο Καταφύγιο» του Φώτη Κόντογλου – Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

Χριστουγεννιάτικες διηγήσεις για τον Άγιο των Ελληνικών Γραμμάτων



Πήγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα γραφεία της εφημερίδας «Ἀκρόπολις» για να παραδώσει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.
Ο Σταμάτης Σταματίου δεν τον αναγνώρισε και μάλιστα σχημάτισε την εντύπωση ότι ήταν κάποιος άπορος που πήγε να πάρει τις δέκα δραχμές για τα Χριστούγεννα, όπως όλοι οι φτωχοί της εποχής. Ο Παπαδιαμάντης τις πήρε, αλλά ήθελε να δώσει και το κείμενό του. Ακολουθεί ο χαρακτηριστικός διάλογος στο πολυτονικό της καθαρεύουσας, όπως τον κατέγραψε Στ. Σταματίου:
 
«-Κι᾿ αὐτὰ τί νὰ τὰ κάμω; Δὲν τὰ θέλετε;
Καὶ μοῦ ἔδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πὼς ἦταν πιστοποιητικὰ ἀπορίας.
–Κράτησέ τα, τοῦ εἶπα, ἐμᾶς δὲν μᾶς χρειάζονται.
Ἐσείστηκε, λυγίστηκε ὀλίγο, ἔκανε, σκυφτὸς νὰ φύγῃ, ξαναγύρισε.
–Τότε ἀφοῦ δὲν σᾶς χρειάζονται αὐτά, ἐγὼ μὲ τί δικαίωμα θὰ πληρωθῶ;
–Δέν πειράζει, ἀρκούμεθα εἰς τὸν λόγον σας. Χριστούγεννα εἶναι τώρα.
–Ναί, ἀλλὰ ἂν δὲν πάρετε αὐτά, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πάρω χρήματα.
–Μά δὲν τὰ παίρνετε ἐσεῖς τὰ χρήματα, σᾶς τὰ δίνουμε ἐμεῖς!...
–Έ, τότε, πᾶρτε κι᾿ ἐσεῖς ἐτοῦτα ποὺ μοῦ τὰ ζητήσατε.
Καὶ τὰ ἄφησε σιγὰ καὶ μαλακὰ ἀπάνω στὸ τραπέζι. Ἐσκέφθηκα, μήπως τοῦ ζήτησε τίποτα πιστοποιητικὰ τὸ λογιστήριο.
–Μά τί εἶναι, ἐπὶ τέλους αὐτά, τοῦ λέω, ποὺ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ τὰ πάρουμε;
–Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων, ποὺ μοῦ ἐζητήσατε.
–Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων... καὶ ποιὸς εἶσθε σεῖς;
–Ο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης!
–Ο ἴδιος;
–Ο ἴδιος καὶ ὁλόκληρος!
Ἔπεσε τὸ ταβάνι καὶ μὲ πλάκωσε, ἡ πέννα ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια μου, ὅλα ἐκεῖ μέσα, εἰκόνες, καρέκλες, βιβλία, ἐφημερίδες, σὰν νὰ στροβιλίσθηκαν γύρω μου καὶ ἔκανα ὥρα νὰ συνέλθω.
Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αὐτὸς ὁ πρίγκηψ τῶν Ἑλλήνων λογογράφων, ποὺ τὸν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν, ὡραῖον, καλοντυμένον, εὐτυχῆ, γεμάτον ἐγωϊσμόν, ἀέρα καὶ μεγαλοπρέπεια, αὐτός!... Αὐτὸς ὁ μαλακός, ὁ καλός, ὁ δειλός, ὁ φοβισμένος, καὶ τσαλακωμένος ἄνθρωπος, ποὺ στεκότανε μὲ συστολὴ μαθητοῦ ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!... Αὐτός, ποὺ μᾶς ἔδωκε γλύκες πνευματικὲς καὶ συγκινήσεις ψυχικές, ποὺ ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι᾿ ἐζωντάνεψε, ἐμπρός μας, ἀνθρώπους μακρυνοὺς κι᾿ ἀγνώστους, ποὺ τοὺς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς μας, σὰν νὰ περάσαμε μιὰ ζωὴ μαζί, αὐτὸς σὲ μιὰ τέτοια κατάστασι, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!... Τοῦ ἕσφιξα τὸ χέρι χωρὶς νὰ ἠμπορῶ οὔτε μιὰ λέξι νὰ προφέρω. Ἀπὸ τὴν ταραχή μου καὶ τὴ σαστιμάρα μου οὔτε τὸ φῶς δὲν ἄναψα. Αἰσθάνθηκα ἕνα τρεμουλιαστὸ χέρι νὰ σφίγγῃ τὸ δικό μου καὶ τὸν ἔχασα μέσα εἰς τὸ σκοτάδι... Ἔμεινε ὅμως πίσω μιὰ μοσχοβολιὰ κηριοῦ ποὺ λυώνει ἐμπρὸς στὶς ἅγιες εἰκόνες, κάτι ἀπὸ τοῦ καντηλιοῦ τὸ σβύσιμο, κάτι ἀπὸ θυμιατοῦ πέρασμα μακρυνό, μακρυνὸ πολύ...»

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020

Ο Συκουτρής για τον ηρωικό άνθρωπο


" Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώση επάνω του (θα προσελκύση μάλλον εθε­λουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ’ άστροπελέκια, διά να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Αλ­λά θα το κάνη όχι από πνεύμ’ αλτρουισμού και εθελοθυσίας υπέρ των άλλων. Εις την ετοιμότητα του κινδύνου τον σύρει με ακαταμάχητον έλξιν η α ι σ θ η τ ι κ ή, θα έλεγα, γοητεία του κινδύνου, η συναίσθησις ότ’ είναι π ρ ο ν ό μ ι ο ν των εκλε­κτών (όχι καθήκον ή πράξις φιλανθρωπίας) να συντρίβωνται υ π έ ρ των άλλων, υ π ό των άλλων – το πολυτιμότερον προνό­μιον! Ο ηρωικός άνθρωπος δεν είναι το άνθος, δεν είν’ ο καρπός – αυτά αντιπροσωπεύουν το παρόν και του παρόντος την ανεπιφύλακτον χαράν. Είναι ο σπόρος που θα ταφή και θα σαπίση, διά ν’ αναφανή το άνθισμα και το κάρπισμα. Είν’ εκείνος που θάπτεται διά να εορτασθή η α ν ά σ τ α σ ι ς, και ανάστασις χωρίς ταφήν δεν υπάρχει.

Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν δείχνεται εις την συντριβήν του μόνον, ή και εις την ετοιμότητα έστω προς συντριβήν. Ειδε­μή, η ηρωική αντίληψις θα ήτο ιδεώδες θανάτου μόνον, όχι μορφή ζωής – και τι ζωής! Ο ηρωικός άνθρωπος, και μόνος αυ­τός, ζη έ ν τ ο ν α και π λ ο ύ σ ι α ολόκληρον την Ζωήν. Αλ­λά το να ζήση έντονα δεν σημαίνει δι’ αυτόν ό,τι συνήθως νοού­μεν με την έκφρασιν αυτήν: να δοκιμάζη άφθονα και δυνατά τας απολαύσεις και τας ηδονάς της Ζωής.

Δεν τας αγνοεί βέβαια τας απολαύσεις της Ζωής ο ηρωικός άνθρωπος αλλά τας δοκιμάζει τόσον, όσον χρειάζεται να τας ξεπεράση, τας γνωρίζει τόσον, ώστε να εννοή, ότι κατά βά­θος παραλύουν μάλλον την δύναμιν του ανθρώπου, και ας τού χαρίζουν την ψευδαισθησίαν της εντατικότητος και της πλησμο­νής. Έπειτα, τας απολαύσεις αναζητεί εκείνος που ζητεί να πάρη από την Ζωήν, όχι εκείνος που έχει να της δώση – και σε πλουτίζει όχι το να παίρνης αλλά το να δ ί δ η ς.

Η έντονος αυτή ζωή είναι κατ’ ανάγκην π ο λ υ μ ε ­ρ ή ς, τόσον πολυμερής, ώστε να την ευρίσκουν πολυπράγμονα όσοι μετρούν τον πλούτον των εκλεκτών φύσεων με την πενίαν της ιδικής των, όσους δεν αφήνει ο φθόνος ν’ αναγνωρίσουν εις ένα σύγχρονόν των τον όλβον των αγαθών, που δεν έχουν εκεί­νοι. Ο ηρωικός άνθρωπος χαίρεται πολλάς μορφάς ζωής συγ­χρόνως, και τας χαίρεται όχι εξωτερικώς, σαν αισθητικόν θέαμα ή διά να ικανοποιήση την περιέργειάν του. Μ έ σ α τ ο υ ζη όλας αυτάς τας μορφάς της Ζωής, τας αφομοιώνει μέσα του, και τας αποδίδει με τον π ρ ο σ ω π ι κ ό ν του τρόπον. Η ψυχή του ομοιάζει μ’ ένα έδαφος λιπαρόν και βαθύ, εις το οποίον κάθε σπόρος άνετα θ’ ανθοβολήση και θα καρπίση. "


~Απόσπασμα από το το βιβλίο του Ιωάννη Συκουτρή << ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ>>

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Παπαδιαμάντης ~ Πάσχα Ρωμέϊκο (1891)


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1982
Σελ. 177-182

ΠΑΣΧΑ ΡΩΜΕΪΚΟ

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ

Ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δύο ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην, διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκόν του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ᾽ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.

Ὅταν ἐμειδία ὁ μπαρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾽ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκός του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ᾽ ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾽ αὐτῷ ἐμειδίων. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ, ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἣν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἑφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδην, μὰ δόττο, δοττίσσιμο κὲ ταλέντο!* Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο!* τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον (μὰ μπράβο!*), τὸν Σερπιέρρο (κὲ γρὰν φιλόζοφο!*). Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράιλαν, διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχον ἀπονείμει, φαίνεται, οἱ Ἄγγλοι (Sir Pierro = Sir Peter).

Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!*) τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα.

Ὡ σ ὰ ν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;

Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι ἀνάφτει,
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.

Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ᾽ ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλέ ποτε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκταση, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε*. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.

«Ἰλ τραδιτόρε νὸν ἂ κομπασσιόν, ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπηση». Ἐνίοτε πάλιν ἐμαλάττετο κ᾽ ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ᾽ ἡ γῆς ἀναμάρτητος, ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκκάμπιλε». Καὶ ὕστερον, ἀφοῦ οὐδ᾽ ἡ γῆ εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τις ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκκάμπιλε*, ἀλλὰ ἰνφαλλίμπιλε*, δὲν ἤθελε ν᾽ ἀναγνωρίσῃ τὴν διαφοράν.

Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δύο ἢ τρεῖς προσευχάς, ἃς ἤξευρε, τὰς ἤξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του τὰ ἤξερε ρωμέικα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαὼθ… ὡς ἐνάντιος, ὑψίστοις». Ὅταν μὲ ἠρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο τὸ ὡς ἐνάντιος προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»

Ἓν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν᾽ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν᾽ ἀκούσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου.

* * *

Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ᾽ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν᾽ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου, ἢ θὰ τὰ εἶχε κ᾽ ἔκαμνεν οἰκονομίαν.

Ἀλλ᾽ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβής, καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνῃ κατ᾽ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιᾶ, ν᾽ ἀκούῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν, ν᾽ ἀναβαίνῃ πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.

Ἦτο ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ διὰ ν᾽ ἀκούσῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα ρωμέικο κ᾽ εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.

Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός.

Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἦτο Ἰταλοκερκυραῖος ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός, Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α´, «εἶχε μεταλάβει ρωμέικα», ὅταν ἐκινδύνευσε ν᾽ ἀποθάνῃ, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς τοῦ ἔλεγέ τις: «Διατί δὲν βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πύπη», ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη, καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.

Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήσῃ τις τὴν ἐμβάδα τοῦ ποντίφηκος, τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.

Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ (Il santo Spiridion ha fatto questo caso*), ὅτε ὁ ἅγιος ἐπιφανεὶς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε*. Ἀφοῦ εὑρίσκετο μακρὰν τῆς Κερκύρας, ὁ μπαρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.

* * *

Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅτε κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ, πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χεῖρα τὴν λαμπάδα του, ἣν ἔμελλε ν᾽ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ᾽ ὀλίγον ν᾽ ἀναπαυθῇ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ᾽ ἐκεῖ ἐκάθισεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ὑπέστρωσε τὸ εἰς πολλὰς δίπλας γυρισμένον σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σπιρτοθήκην του, ἤναψε σιγαρέτον κ᾽ ἐκάπνιζεν ἡδονικῶς.

Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης, καὶ πρὶν προφθάσῃ καὶ στραφῇ νὰ ἴδῃ ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε* ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.

Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ᾽ ἀνέτελλε μετ᾽ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὁποὺ ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδεν ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην, καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρόν τι ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.

Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῇ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χεῖρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ᾽ ἔκραξεν ἐναγωνίως:

― Φίλος! καλός! μὴ ρίχνῃς…

Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερε τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν, οὐδὲ κατεβίβασε τὴν σκανδάλην.

― Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.

― Τί θέλω; ἐπανέλαβεν ὁ μπαρμπα-Πύπης. Κάθουμαι καὶ φουμάρω τὸ τσιγάρο μου.

― Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρῃς, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὗρες τὸν τόπον, ρέ, γιὰ νὰ φουμάρῃς τὸ τσιγάρο σου!

― Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπαρμπα-Πύπης. Τί σᾶς ἔβλαψα;

― Δὲν ξέρω ἐγὼ ἀπ᾽ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης· ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι ἄλλα πράματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ, ἐγελάστηκες.

Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ, τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῷ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.

Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.

― Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν· ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω οὔτε λωποδύτης εἶμαι· ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιᾶ ν᾽ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.

Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.

― Στὸν Περαία! Στὸν Ἁι-Σπυρίδωνα; Κι ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;

― Ἀφ᾽ τὴν Ἀθήνα.

― Ἀπ᾽ τὴν Ἀθήνα; Καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίες, ν᾽ ἀκούσῃς Ἀνάσταση;

―Ἔχει ἐκκλησίες, μὰ ἐγὼ τὸ ἔχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπαρμπα-Σπύρος.

Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν. Εἶτα ἐπανέλαβε:

― Νὰ φχαριστᾷς, καημένε…

Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμόν του.

― Νὰ φχαριστᾷς καημένε, τὴν ἡμέραν ποὺ ξημερώνει αὔριο, εἰδεμή, δὲν τό ᾽χα γιὰ τίποτες νὰ σ᾽ ἐξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!

Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀπέλθῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώσῃ τελευταίαν ἀπάντησιν.

― Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νά ᾽σαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ᾽ εὐχαριστῶ ὣς τόσο ποὺ δὲ μὲ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε… δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνῃς γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης κ᾽ ἐπήγαινα, σοῦ λέω, στὸν Πειραιᾶ.

―Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ…

Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβόλου κ᾽ ἔγινεν ἄφαντος.

Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.

* * *

Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἐμπόδισε τὸν μπαρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ᾽ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνῃ πεζὸς εἰς Πειραιᾶ, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμνῃ Πάσχα ρωμέικο.

Ἐφέτος τὸ μεσοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα, νὰ τὸν συνοδεύσω [ἐφέτος] εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ ἅγιον Πάσχα.

(1891)

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ (ΤΟΥ ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ)


Ανήμερα της εργατικής Πρωτομαγιάς, της <<ιερής>> ημέρας των απανταχού σοσιαλιστών δημοσιεύουμε ένα άγνωστο, αλλά σπουδαίας σημασίας κείμενο του Ντοστογιέφσκι. Που βρίσκεται η πραγματικά ανώτερη κοινωνία, στον Χριστιανισμό ή στον σοσιαλισμό; Το Ευαγγέλιο ή τα μαρξιστικά μανιφέστα διαμορφώνουν τον τύπο του ανθρώπου που νοιάζεται ειλικρινά για τον συνάνθρωπο;
Ο Πατέρας των Ρωσσικών γραμμάτων, τον οποίο το αριστεροκρατούμενο διανοητικό κατεστημένο της χώρας μας έχει φροντίσει να παραμορφώσει, δίνει τις απαντήσεις:

Στὸ σοσιαλισμὸ ὑπάρχουν μικροάτομα, ἐνῶ στὸ χριστιανισμὸ βρίσκεται ἡ πλήρης ἀνάπτυξη τοῦ προσώπου καὶ τοῦ θελήματός του. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἰδέα τῆς συλλογικῆς ἀνθρωπότητας, τῶν πάντων. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ συλλογικά, ὅπως στὶς πρῶτες πατριαρχικὲς κοινωνίες, γιὰ τὶς ὁποῖες διασώθηκαν κάποιες παραδόσεις, τότε ζεῖ ἄμεσα. 

Ἀκολουθεῖ ἔπειτα μία παροδικὴ περίοδος, ἡ περαιτέρω ἐξέλιξη, ποὺ εἶναι ὁ πολιτισμὸς (ὁ πολιτισμὸς εἶναι παροδικὴ μόνο φάση). Στὴν περαιτέρω αὐτὴ ἐξέλιξη παρουσιάζεται τὸ φαινόμενο -καινούριο γεγονὸς ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν ξεφεύγει κανεὶς- κατὰ τὸ ὁποῖο ἀναπτύσσεται ἡ ἀτομικὴ συνείδηση, ἡ ἄρνηση τῶν ἄμεσων ἰδεῶν, ἐμπειριῶν καὶ γνώσεων (δηλ τῶν αὐθεντικῶν καὶ συλλογικῶν). Ὁ ἄνθρωπος ὡς ἄτομο, στὴν κατάσταση αὐτὴ τῆς γενικῆς γενετικῆς ἀναπτύξεώς του ἐτοποθετεῖτο σὲ ἐχθρικὴ καὶ ἀρνητικὴ στάση ἀπέναντι στὸν ἐξουσιαστικὸ συλλογικὸ νόμο τῶν πάντων. 

Γι' αὐτὸ καὶ πάντοτε ἔχανε τὴν πίστη του στὸ Θεό. Μὲ αὐτὸ τελείωναν ὅλοι οἱ πολιτισμοί. Στὴν Εὐρώπη π.χ ὅπου ἡ ἐξέλιξη τοῦ πολιτισμοῦ ἔφτασε μέχρι τὰ ἔσχατα ὅρια, δηλαδὴ μέχρι τὰ ἀκραῖα σύνορα τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἄτομου, ἡ πίστη στὸ Θεὸ χάθηκε μέσα στὸ ἄτομο. Αὐτὴ ἡ κατάσταση, δηλαδὴ ἡ διάσπαση τῶν μαζῶν σὲ ἄτομα, μὲ ἄλλα λόγια ὁ πολιτισμός, εἶναι μία κατάσταση ἄρρωστη. Περὶ αὐτοῦ μαρτυρεῖ τὸ χάσιμο τῆς ζωντανῆς Ἰδέας περὶ Θεοῦ. 

Ἄλλη μαρτυρία (ἀπόδειξη) ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀρρώστια, εἶναι τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος στὴν κατάσταση αὐτὴ αἰσθάνεται ἄσχημα, θλίβεται, χάνει τὴν πηγὴ τῆς «ζωντανῆς» ζωῆς, δὲν ἔχει τὴν ἄμεση αἴσθηση, ἐνῶ γνωρίζει τὰ πάντα καὶ συνειδητοποιεῖ τὰ πάντα. 

Ἐὰν στὸν ἄνθρωπο, στὴν κατάστασή του αὐτή, δὲν εἶχε ὑποδειχθεῖ ὁ σκοπός, μοῦ φαίνεται ὅτι θὰ τρελαινόταν, μαζὶ μὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Τοῦ ὑποδείχθηκε ὅμως ὁ Χριστὸς (κανένας ἄθεος, ποὺ ἀρνιόταν τὴ θεία καταγωγὴ τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀρνιόταν ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ ἰδανικό τῆς ἀνθρωπότητας. Τελευταία λέξη εἶναι ὁ Ρενάν. Αὐτὸ εἶναι σημαντικό). 

Σὲ τί συνίσταται ὁ νόμος τοῦ ἰδανικοῦ αὐτοῦ; Στὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀμεσότητα, στὴν κοινότητα, ἀλλὰ ἐπιστροφὴ ἐλεύθερη, καὶ μάλιστα ὄχι κατὰ τὴ θέληση, ὄχι κατὰ τὴ λογική, ὄχι κατὰ τὴ γνώση, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἄμεση, φοβερὰ δυνατή, ἀήττητη αἴσθηση ὅτι τοῦτο εἶναι ἐξαιρετικὰ καλό. 

Καὶ -περίεργο πράγμα!- ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει στὴν κοινὴ καὶ ἄμεση ζωή, ἄρα στὴ φυσικὴ κατάσταση. Πῶς ὅμως; Ὄχι ἀνταγωνιστικὰ ἀλλά, ἀντιθέτως, κατ' ἐξοχὴν ἔχουσα, ἠθελημένα καὶ συνειδητά. Εἶναι φανερὸ ὅτι αὐτὴ ἡ ὑψίστη αὐτεξουσιότητα εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ ὕψιστη αὐταπάρνηση, ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἰδίου θελήματος. Σ' αὐτὸ ἔγκειται τὸ θέλημά μου, στὸ νὰ μὴν ἔχω θέλημα, γιατί τὸ ἰδανικὸ εἶναι πανέμορφο. 

Σὲ τί ἔγκειται ὅμως τὸ ἰδανικό; Στὸ νὰ φθάσεις στὴν ἀνώτερη καὶ πλήρη δυνατότητα ἐπιγνώσεως καὶ ἀναπτύξεως, στὴν πλήρη γνώση τοῦ δικοῦ σου ἐγώ, καὶ τότε νὰ τὸ προσφέρεις αὐτὸ ἐθελοντικὰ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. 

Πράγματι, τί καλύτερο θὰ ἔκανε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ τὰ πάντα ἀπέκτησε, τὰ πάντα ἐγνώρισε καὶ ποὺ ἔγινε παντοδύναμος. Ἂν τὸν ἀφήσετε στὴν κατάσταση τὴ διασπασμένη, στὴν κατάσταση τοῦ ἰδιαίτερου ἄτομου, τότε δὲν θὰ ἔχετε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὴ γαστέρα. 

Οἱ σοσιαλιστὲς δὲν πᾶνε πιὸ πέρα ἀπὸ τὴ γαστέρα. Ἡ δική μας «Νέα Ρωσία» ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει, δηλαδὴ μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις της τείνει νὰ ἀποδείξει ὅτι πέρα ἀπ' ὅλα αὐτὰ πέρα ἀπ’ ὅ,τι περιέχεται σ' αὐτὴ τὴ γαστέρα, δὲν ὑπάρχει τίποτα. Ἂς προσπαθήσουν νὰ τὸ ἀρνηθοῦν. Δὲν θὰ θελήσουν οὔτε αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ τὸ ἀρνηθοῦν. Τὸ διατυμπανίζουν ὑπερήφανα: οἱ μπότες εἶναι καλύτερες ἀπὸ τὸν Σαίξπηρ, γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς εἶναι ντροπὴ καὶ νὰ μιλᾶμε ἀκόμα, κλπ. κλπ. 

Στὸ Χριστὸ ὅμως τί θὰ πετύχετε; Ὑπάρχει κάτι πολὺ πιὸ ὑψηλὸ ἀπὸ τὸ θεὸ-γαστέρα; Εἶναι τὸ νὰ εἶσαι κύριος καὶ ἐξουσιαστὴς τοῦ ἑαυτοῦ σου, κύριος ἐπάνω στὸ δικό σου ἐγώ, τὸ νὰ θυσιάσεις τὸ ἐγώ, νὰ τὸ δώσεις σὲ ὅλους. Στὴν ἰδέα αὐτὴ ὑπάρχει κάτι τὰ ἀκαταμάχητα ὄμορφο, θαυμάσιο, ἀκατανίκητο, κι ἀκόμη ἀνεξήγητο. 

Ἀκριβῶς, ἀνεξήγητο. Ἐὰν ὁ σοσιαλιστὴς ἀρχίσει νὰ ἐξηγεῖ, θὰ πεῖ αὐτὸ συμβαίνει γιατί, ἂν φανταστεῖς ὅτι ὁ καθένας θὰ τὰ δώσει ὅλα, ἀκόμα καὶ τὸν ἑαυτό του, ἀκόμα καὶ τὸ ἐγώ του γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους, τότε αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχουν φτωχοὶ καὶ ὅλοι θὰ εἶναι φοβερὰ πλούσιοι. Καὶ ὅμως θὰ παραπλανήσει ὁ σοσιαλιστὴς χοντρά, ὠμὰ καὶ αἰσχρά. Διότι, ἂν πράγματι εἶναι ἔτσι, δηλαδὴ ὅτι ὅλοι θὰ γίνουν πλούσιοι, ὁ σοσιαλισμὸς σ' αὐτὸ καὶ σταματᾶ. Ἀλλὰ τοῦτο οὔτε μπορεῖ νὰ γίνει, γιατί ὁ σοσιαλιστὴς οὔτε μπορεῖ νὰ φανταστεῖ πὼς εἶναι δυνατὸ νὰ δώσει κανεὶς ἑκούσια τὸν ἑαυτό του γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους. 

Κατὰ τὸ σοσιαλιστὴ αὐτὸ εἶναι ἀνήθικο. Ἐνῶ ἐὰν γίνει γιὰ κάποιο μισθό, γιὰ κάποια ἀνταμοιβή, ἔ, αὐτὸ εἶναι δυνατό, αὐτὸ εἶναι ἠθικό. Καὶ ὅμως, ὅλο τὸ πράγμα, ὅλη ἡ ἄπειρη ἄξια τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ἡ ὑπεροχὴ ἔναντι τοῦ σοσιαλισμοῦ σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔγκειται, στὸ ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς (τὸ ἰδανικό), δίδοντάς τα ὅλα δὲν ζητᾶ τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του. 

Ἐπὶ πλέον αὐτὸς (ὁ Χριστιανὸς) εἶναι κατὰ τῆς ἰδέας τοῦ μισθοῦ καὶ τῆς ἀνταμοιβῆς, τὴ θεωρεῖ κάτι ἀνόητο καὶ ἄσκοπο. Καὶ τὸν μισθὸ θὰ τὸν δεχθεῖ μόνο ἀπὸ ἀγάπη σ' ἐκεῖνον ποὺ τὸν δίνει, ἢ μόνο γιατί αἰσθάνεται ὅτι μετὰ ἀπ' αὐτὸ θὰ ἀγαπήσει ἀκόμη πιὸ δυνατὸ τὸν διδόντα (Ἡ Νέα Ἱερουσαλήμ, ἀσπασμὸς μ' ἐναγκαλισμό, πράσινα Βαΐα). 

Ἐν πάςῃ περιπτώσει ὁ σοσιαλισμὸς ποτὲ πραγματικὰ δὲν ἔχει φθάσει μέχρι μιᾶς τέτοιας ἑρμηνείας τοῦ Χριστιανισμοῦ. Σὲ κάτι τέτοιο φθάσανε μόνο μερικοὶ ἐκπρόσωποί του καὶ ὁρισμένοι ποιητὲς 

Ὅλη τὴ μέλλουσα βάση καὶ τὸ μέτρο (norma) τῆς κοινωνικῆς μυρμηγκοφωλιᾶς ὁ σοσιαλισμὸς τὴν τοποθετεῖ στὸ σκοπὸ ἐτοῦτο: στὴ γεμάτη γαστέρα. Καὶ γι' αὐτὰ τὸ σκοπὸ ὑπάρχουν τὰ αὐτονόητα καθήκοντα τῶν μυρμηγκιῶν. Καὶ ἀκόμη, ἡ μεγαλύτερη ἀνύψωση τοῦ ἠθικοῦ καὶ ἡ ὕψιστη ἐνθάρρυνση ποὺ μποροῦν νὰ προσφέρουν στὴν ἀνθρωπότητα ἔγκειται σ' αὐτό, στὸ νὰ πείσουν καὶ νὰ ἐνθαρρύνουν τοὺς προσηλύτους ὅτι οἱ ὑποχρεώσεις αὐτὲς εἶναι εὐχάριστες γιατί θὰ τὶς κάνουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, πρὸς τὸ δικό τους συμφέρον, γατὶ «ἡ ἐργασία εἶναι ἑλκυστική». 

Ὁ σοσιαλισμὸς ἔχει αὐτοαποκληθεῖ Χριστὸς καὶ ἰδεῶδες. Ὅμως τὸ Εὐαγγέλιο λέει, ἂν σᾶς ποῦν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἐδῶ ἢ ἐκεῖ μὴ πιστεύετε, (πρβλ. καὶ Ἀποκάλυψη σχετικὸ μὲ τὸν Ἀντίχριστο) 

Ὁ σοσιαλισμὸς εἶναι ἡ ἀνώτερη, ἡ ἔσχατη, μέχρι τελειότητας ἀνάπτυξη τοῦ ἄτομου, καὶ δὲν εἶναι τὸ μέτρο. Εἶναι ἡ ἐνσυνείδητη ἀνάπτυξη τῶν μεμονωμένων ἀτόμων στὸν ὕψιστο βαθμὸ εἶναι ἀκόμη ἡ ἀπόλυτη ἕνωση ἐν ὀνόματι τῆς ὀμορφιᾶς τοῦ ἰδανικοῦ! Πρέπει ὅμως νὰ φθάσει στὴν πεποίθηση -τόσο τὴ λογικὴ ὅσο καὶ τὴν αἰσθητή, δηλαδὴ τὴν ἀμεσώτατη αἴσθηση ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρώπου- ὅτι ἡ ὕψιστη χρήση τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι νὰ τὸν θυσιάσουμε. 

Ἡ πατριαρχικὴ κατάσταση ἦταν ἡ πρωταρχικὴ κατάσταση. Ὁ πολιτισμὸς εἶναι ἡ μεσαία, προσωρινὴ κατάσταση. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι τὸ τρίτο καὶ τελευταῖο στάδιο τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ ἐδῶ τελειώνει ἡ ἐξέλιξη (ἀνάπτυξη), ἐπιτυγχάνεται τὸ ἰδανικό. Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὴ Λογικὴ τὴν ἴδια, στὴ φύση τὰ πάντα εἶναι μαθηματικῶς σωστά. Κι αὐτὸ δὲν σηκώνει οὔτε εἰρωνεία, οὔτε ὑποτίμηση. Ἄρα, ὑπάρχει ἡ αἰώνια ζωή. 

Πηγή: Ρώσικη ἔκδοση τῶν Ἁπάντων, τ.20, Ἔκδ. Σοβιετικῆς Ἀκαδημίας, (περ. Σύναξη τ. 49)

Τρίτη 14 Απριλίου 2020

Για το Τροπάριο της Κασσιανής (π. Συμεών Κραγιόπουλος, Κωστής Παλαμάς)


Εδώ πρωτεύοντα ρόλο στην όλη ακολουθία παίζει αυτό το τροπάριο που το ακούσαμε τελευταίο, το ακούμε κάθε χρόνο, το δοξαστικό των αποστίχων το οποίο έκανε η οσία Κασσιανή.
Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς στο τροπάριο αυτό! Να θαυμάσει την ίδια την Κασσιανή που έχει την έμπνευση να γράψει ένα τέτοιο κείμενο, να γράψει ένα τέτοιο ποίημα συγκλονιστικό, ενώ οπωσδήποτε αυτή δεν είχε καμία εμπειρία τέτοια που είχε η πόρνη γυναίκα;
Όμως εδώ, επειδή ακριβώς το όλο θέμα το βλέπει από την πλευρά της ταπεινώσεως, από την πλευρά της μετανοίας, από την πλευρά της αμαρτωλότητος, φωτίζεται από το Πνεύμα του Θεού να το δει καλά-καλά και συγχρόνως να εμφανίσει την μετάνοια αυτής της γυναίκας. Διότι το θέμα δεν είναι εδώ να τονισθεί η αμαρτία, να αγκιστρωθεί ο όποιος στην αμαρτία και να πελαγώσει εκεί μέσα και να χαθεί μέσα στα όσα λέγονται για την αμαρτία. Το θέμα εδώ είναι η μετάνοια, η αληθινή μετάνοια. Και όχι απλώς η μετάνοια έτσι γενικά, αλλά ότι μια μεγάλη αμαρτωλή μπορεί να μετανοήσει κατά τέτοιον τρόπο που να είναι μεγάλη η μετάνοιά της, και από κει που είναι στην κόλαση, να βρεθεί στον παράδεισο· από κει που χάνεται αυτή η ψυχή, να σωθεί αιώνια.
Να θαυμάσουμε, λοιπόν, την αγία Κασσιανή που κάνει ένα τέτοιο τροπάριο. Να επισημάνουμε εδώ πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει ο άνθρωπος και πόσο μπορεί να παρασυρθεί από τις διάφορες επιθυμίες και κυριολεκτικά να φτιάξει κόλαση μέσα στην ψυχή του και να βουλιάξει εκεί μέσα. Κυρίως όμως να θαυμάσουμε την μετάνοια· την μετάνοια που είναι μεγάλη και σώζει τον άνθρωπο.
«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή την σην αισθομένη θεότητα». Κύριε, αυτή η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες «την σην αισθομένη θεότητα», αφού σε ένιωσε Θεόν –αυτή είναι η έννοια. Διότι δεν πήγε αυτή η γυναίκα έτσι τυχαία, απλώς να εκδηλωθεί σε κάποιον άνθρωπο, όσο καλός κι αν ήταν αυτός, αλλά διαισθάνθηκε ότι ήταν ο Θεός. Πήγε λοιπόν και ούτε λογαριάζει το πολύτιμο μύρο, ούτε λογαριάζει αν τυχόν εκτίθεται σε τρίτους, ούτε λογαριάζει αν… Ξέχασε τα πάντα. Το μόνο που υπάρχει μπροστά της είναι αυτός ο Κύριος, ο Θεάνθρωπος Ιησούς που την έσωσε και από βέβαιο θάνατο και την ψυχή της από την αμαρτία, δηλαδή τον αιώνιο θάνατο.
«Την σην αισθομένη θεότητα». Αντιλαμβανόμενη λοιπόν τη θεότητά σου, ότι είσαι Θεάνθρωπος, «μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει». Η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, καθώς κατάλαβε ότι είσαι ο Θεός, χωρίς να είναι μυροφόρα, ανέλαβε μυροφόρου τάξιν, έγινε μυροφόρα, δηλαδή, και «οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει». Και με οδυρμούς, με κλαυθμούς και μετά δακρύων σου φέρνει μύρα προ του ενταφιασμού.
Εκεί, στον ενταφιασμό, συνηθιζόταν αυτό για όλους τους Εβραίους· όποιος Εβραίος πέθαινε, τον μύρωναν και τον έθαπταν. Ειδικότερα όμως εμύρωσαν τον Κύριο. Αυτή προλαμβάνει. Πριν ακόμη ο Κύριος πεθάνει, πριν ακόμη ο Κύριος βρεθεί στον τάφο που θα τον μυρώσουν, αυτή προλαμβάνει πριν απ’ όλους, ας πούμε, να τον μυρώσει. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Κύριος το είπε. Το είπε βέβαια στην Μαρία εκεί στο σπίτι του Λαζάρου, που κι εκείνη «εξέχεε μύρον» και άλειψε τα πόδια του Κυρίου και τα εσπόγγισε με τα μαλλιά της κεφαλής της. Και όταν εγόγγυσαν ιδιαιτέρως ο Ιούδας και οι άλλοι ότι έπρεπε να πωληθεί αυτό το μύρον και να το δώσουν στους πτωχούς, είπε ο Κύριος ότι αυτή πρόλαβε να με μυρώσει προ του πάθους, προ του ενταφιασμού μου.
Και τι λέει; «Οίμοι, λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας». Αλίμονο, λέει, «ότι νυξ μοι υπάρχει». Δεν είναι εδώ απλώς ότι ποιητική αδεία, ας πούμε, η Κασσιανή βρίσκει ωραίες λέξεις και βάζει και φτιάχνει έτσι υπερβολικά νοήματα. Όταν έρθει ο άνθρωπος σε συναίσθηση, συναίσθηση της καταστάσεώς του, όταν πέσει λίγο φως Θεού μέσα του και δει την αμαρτία, βλέπει αυτό το σκοτάδι που υπάρχει μέσα του, βλέπει αυτή τη νύκτα «ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας».
«Οίστρος ακολασίας». Δεν γνωρίζω αν έχετε υπόψιν σας, την άνοιξη, εκεί όπου υπάρχουν ζώα, κυρίως στα βοοειδή, βγαίνει μία μύγα η οποία κεντρίζει τα ζώα αυτά και κάνουν σαν τρελλά. Τόσο, που κοντεύουν να σκοτωθούν, ας πούμε, καθώς τρέχουν να πάνε κάπου να τρυπώσουν, που να μην τα βρίσκει η μύγα. Αυτή φαίνεται είναι πολύ δηλητηριώδης.
Οίστρος. Όταν ένας άνθρωπος γενικώς, εδώ μια γυναίκα, μια πόρνη, κυριευθεί από την αμαρτία –έτσι τα παρουσιάζει η Κασσιανή, τα βάζει στο στόμα της πόρνης– και ομολογεί αυτή ότι έχει μέσα της νύκτα, έχει σκοτάδι, οίστρον ακολασίας, όχι απλώς διάθεση για αμαρτία, διάθεση για ακολασία, αλλά οίστρον, σαν να τρέχει ασυγκράτητα κανείς σαν τρελλός και να μην μπορεί να τον σταματήσει τίποτε. Έτσι και σε τέτοια θέματα αφήσει κανείς χαλαρά τον εαυτό του, χάθηκε.
Δεν διστάζει η γυναίκα αυτή, καθώς είναι στα πόδια του Κυρίου και θέλει να τονίσει και να ομολογήσει από τα κατάβαθα της ψυχής της την κατάστασή της, δεν διστάζει να φανερώσει την αμαρτία: «Νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας».
«Έρως της αμαρτίας». Ο άνθρωπος δεν αμαρτάνει έτσι τυχαία. Ο άνθρωπος, αν θέλετε να πούμε, αφού τον έκανε ο Θεός να έχει αγάπη μέσα του, κάθε άνθρωπος έχει αγάπη· αλλά πού τη δίνει την αγάπη αυτή, την όποια αγάπη; Σ’ άλλον η αγάπη εκδηλώνεται ως υπερηφάνεια, σ’ άλλον στο να κατηγορεί τον έναν και τον άλλο, σ’ άλλον στο να κάνει κακό στους άλλους. Δεν το κάνει τυχαία κανείς. Έχει οίστρον, κατά κάποιο τρόπο, έχει έρωτα. Γενικώς ο έρως της αμαρτίας δεν είναι μόνον ο έρως προς τα σαρκικά πράγματα, προς τις σαρκικές, ας πούμε, αμαρτίες αλλά προς κάθε αμαρτία.
«Ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας». Έρως της αμαρτίας, αγάπη προς την αμαρτία, τρέλλα προς την αμαρτία «ζοφώδης τε και ασέληνος», όπως δηλαδή είναι μια νύκτα ζοφερή, ολοσκότεινη, χωρίς φεγγάρι.
«Έρως της αμαρτίας ζοφώδης»· τόσο δηλαδή σκοτίζεται ο άνθρωπος, τόσο τρελλαίνεται ο άνθρωπος, τόσο είναι εκτός εαυτού, τόσο άγεται και φέρεται… Δεν ξέρω αν μπορούσε να βρει κανείς πιο εκφραστικές λέξεις απ’ αυτές που βρίσκει εδώ η Κασσιανή, για να παραστήσει, να παρουσιάσει το κακό που συμβαίνει σε μια ψυχή, όταν είναι παραδομένη στην αμαρτία, όταν είναι κυριευμένη από την αμαρτία, την όποια αμαρτία. Γιατί δεν είναι μόνον οι σαρκικές αμαρτίες· είναι και οι άλλες που αιχμαλωτίζουν εξίσου τον άνθρωπο και τον τρελλαίνουν εξίσου τον άνθρωπο.
«Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ». Κλαίει, έγιναν βρύση τα μάτια της, έγιναν πηγή τα μάτια της, και παρακαλεί τον Κύριο: Δέξου αυτά τα δάκρυα Συ, ο οποίος παίρνεις τα νερά της θαλάσσης –τα ήξερε αυτά η Κασσιανή και τα γράφει έτσι· ήξερε δηλαδή ότι εξατμίζεται το νερό της θαλάσσης, γίνεται σύννεφα από πάνω και πέφτει ύστερα ως βροχή– Συ, ο οποίος παίρνεις τα νερά της θαλάσσης, «ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ», και μετασχηματίζεις τα νερά αυτά σε νεφέλη, σε σύννεφα και έπειτα σε βροχή.
«Κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει». Λύγισε· άκου τους στεναγμούς της καρδίας μου, άκου τον καημό μου, τον πόνο μου και λύγισε. Όχι βέβαια ότι έχουμε εδώ μια ψυχή που είναι σε απόγνωση. Να το προσέξουμε αυτό. Αλλιώς μιλάει εκείνος που έχει φτάσει σε απόγνωση και αλλιώς εκείνος ο οποίος έχει απελπισθεί τελείως από τον εαυτό του, αλλά ελπίζει στον εύσπλαγχνο Θεό, όπως αυτή εδώ η γυναίκα. Και έτσι, μ’ αυτό το πνεύμα παρακαλεί τον Κύριο να καμφθεί, να λυγίσει προς τους στεναγμούς της καρδίας της.
«Ο κλίνας τους ουρανούς»: Συ, που έκλινες τους ουρανούς με την άφατό σου κένωση, που εκένωσες σεαυτόν, «τη αφάτω σου κενώσει». «Ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλ’ εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών» (Φιλιππ. 2:6-7), λέει ο απόστολος Παύλος. Ποιος μπορεί να καταλάβει, ποιος μπόρεσε να καταλάβει ποτέ, τι ακριβώς και πώς ακριβώς το έκανε ο Κύριος; Πώς ο Κύριος, ο Θεός, ο παντοδύναμος Θεός, ο πανταχού παρών Θεός, έγινε άνθρωπος, εκένωσεν εαυτόν; Και λέει «καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις· ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη».
Και τελειώνει η Κασσιανή, τελειώνουν δηλαδή τα λόγια που βάζει στο στόμα της πόρνης αυτής γυναικός: «Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;» Τα πλήθη των αμαρτιών μου αλλά και τας αβύσσους των βουλών σου και των κρίσεών σου «τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;»· ποιος μπορεί να τα εξερευνήσει; Και οι αμαρτίες μου είναι τόσο πολλές, που δεν βρίσκει άκρη κανείς, αλλά όμως και οι άβυσσοι των βουλών σου –και εννοεί εδώ και οι άβυσσοι του ελέους σου– όλα αυτά ποιος μπορεί να τα εξερευνήσει, Σωτήρ μου;
«Μη με την σην δούλην παρίδης ο αμέτρητον έχων το έλεος». «Μη με παρίδης»· έτσι τελειώνει. Τα είπα όλα δηλαδή, σαν να λέει, και μένει αυτό· μη με παραβλέψεις. Είμαι για να με πετάξεις, είμαι για να με απορρίψεις, είμαι για να μη με λογαριάσεις, αλλά συ που έχεις το αμέτρητον έλεος, μη με παρίδεις, αλλά να με δεις με σπλαχνικό μάτι, να με συγχωρήσεις, να με δεχθείς, να γίνω κι εγώ παιδί σου.
Θα ήξερε άραγε, θα είχε ακούσει αυτή η γυναίκα την παραβολή του ασώτου υιού; Δεν γνωρίζουμε. Αλλά ξέρετε, πολλά πράγματα, πάρα πολλά, τα μαθαίνει ο άνθρωπος, όταν έρθει μέσα του το φως του Θεού. Αυτή η γυναίκα τώρα είναι στα πόδια του Χριστού, αλλά δεν είναι απλώς ότι ακουμπά τον Κύριο και καταφιλεί τα πόδια του· είναι ότι πέφτει επάνω της το φως του Χριστού. Βρήκε μια ψυχή ο Χριστός αμαρτωλή, πολύ αμαρτωλή αλλά είναι σε τέτοια κατάσταση που είναι δεκτική της Χάριτος, δεκτική του φωτός του. Δίνει λοιπόν το άπλετο φως, δίνει την άπειρη Χάρι του στην ψυχή αυτή και η ψυχή αυτή όλα τα μαθαίνει και όλα τα καταλαβαίνει.
Κι αν ακόμη δεν είχε ακούσει για τον άσωτο υιό, το αισθάνεται και παραδίνεται στον Θεό, στον Κύριο που έχει μπροστά της, έτσι μ’ αυτό το πνεύμα, μ’ αυτή τη διάθεση, μ’ αυτή τη στάση: «Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου και ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου» (Λουκ. 15:21) Και όπως εκεί στην παραβολή ο πατέρας δέχθηκε τον άσωτο, όντως εδώ δέχθηκε ο Κύριος τη γυναίκα αυτή και έσωσε και αγίασε την ψυχή της.
Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η Εκκλησία όρισε κατά τη Μ. Τετάρτη να τελείται αυτή η ειδική ακολουθία και να ψάλλονται όλα αυτά τα συγκλονιστικά τροπάρια, που ακούμε κάθε Μ. Τρίτη βράδυ, που είναι ο όρθρος της Μ. Τετάρτης, και τα οποία τροπάρια είναι εμπνευσμένα από την ευαγγελική περικοπή που αναγινώσκεται τη Μ. Τετάρτη στη Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων. Και η όλη περικοπή περιέχει ακριβώς αυτό το περιστατικό με την αμαρτωλή γυναίκα, η οποία ήρθε και βρήκε τον Κύριο στο σπίτι του Σίμωνος του λεπρού στη Βηθανία και, όπως μας τα παρουσιάζει εδώ η αγία Κασσιανή και η όλη ακολουθία, συνετελέσθησαν όλα εκεί μέσα σε λίγη ώρα, και μια μεγάλη αμαρτωλή σώθηκε και έγινε μια μεγάλη αγία, όπως συνέβη και με άλλες ψυχές.
Να ευχηθούμε ο Θεός να μας φωτίσει όλους, να μετανοήσουμε κατά τον ίδιο τρόπο, να ταπεινωθούμε κατά τον ίδιο τρόπο, να ελπίσουμε, να εμπιστευθούμε τον εαυτό μας κατά τον ίδιο τρόπο και να τύχουμε του ελέους του Κυρίου και να σωθούμε αιώνια.

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου “Σταυροαναστάσιμα”, Πανόραμα Θεσσαλονίκης 1998, σελ. 97, 102 (αποσπάσματα)

Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα, ω Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά,
μέσ’ στην καρδιά μου!

Κύριε, προτού σε κρύψ’ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
σου φέρνω μύρα.

Οίστρος με σέρνει ακολασίας...Νυχτιά
σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά
με καίει, με λιώνει.

Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.

Γείρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.

Στ’ άχραντά Σου πόδια, βασιλιά
μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.

Τάκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε...Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.

Ψυχοσώστ’ οι αμαρτίες μου λαός
τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση.
   
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019

Άγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ του Έσσεξ και Τέχνη




Κατά τις ημέρες της νεότητάς μου, κάποιος Ρώσος ζωγράφος, που έγινε στη συνέχεια διάσημος, με προσείλκυσε προς την ιδέα της καθαρής δημιουργίας, έχοντας στραφεί προς την αφηρημένη τέχνη.
Δύο ή τρία χρόνια υπήρξα θύμα της έλξεως αυτής, που με οδήγησε στην πρώτη θεολογική σκέψη που γεννήθηκε μέσα μου.
Χαρακτηριστικό κάθε «καλλιτέχνη» (δηλαδή κάθε εργάτη της τέχνης) είναι να προσλαμβάνει το είναι στις μορφές της τέχνης του.
Έτσι και εγώ αντλούσα ιδέες για τις δικές μου αφηρημένες μελέτες από εκείνο που μου παρείχε η πραγματικότητα του περιβάλλοντός μου:
οι άνθρωποι, η βλάστηση, τα κτίσματα, οι απροσδόκητα αλλόκοτοι συνδυασμοί σκιών από τον ήλιο ή τις ηλεκτρικές λάμπες επάνω στο πάτωμα, τους τοίχους, τις οροφές και πολλά άλλα.
Με τη φαντασία μου δημιουργούσα εικόνες, αλλά με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην είναι όμοιες με τίποτε που υπάρχει πραγματικά στη φύση.
Με τον τρόπο αυτό, νόμιζα ότι δεν είμαι αντιγραφέας φυσικών φαινομένων, αλλά δημιουργός νέων καλλιτεχνικών (εικαστικών) γεγονότων.
Ευτυχώς αντιλήφθηκα ότι σε μένα, τον άνθρωπο, δεν δόθηκε να δημιουργώ «εκ του μηδενός», όπως ο Θεός δημιουργεί με μοναδικό τρόπο.
Από την εμπειρία αυτή μου έγινε σαφές ότι κάθε ανθρώπινη δημιουργία προϋποθέτει μία ήδη προϋπάρχουσα.
Δεν μπορούσα να χαράξω ούτε μία γραμμή, ούτε να δημιουργήσω κάποιο χρώμα, που πουθενά αλλού δεν υπήρχε.
Ο αφηρημένος πίνακας μοιάζει με εγγραφή λέξεων που ηχούν πρωτότυπα, αλλά ποτέ δεν εκφράζουν πλήρες νόημα.
Η δημιουργία παρουσιαζόταν σε μένα ως αποσύνθεση του είναι, πτώση στο κενό, στο παράλογο, επιστροφή στο «μηδέν», από το οποίο μας κάλεσε η δημιουργική πράξη του Θεού.
Τότε εγκατέλειψε ο νους μου τη μάταιη απόπειρα να δημιουργήσει κάτι εντελώς νέο, και το πρόβλημα της δημιουργίας στη συνείδησή μου συνδέθηκε με το πρόβλημα της Γνώσεως του Είναι.
Και μου συνέβη κάτι θαυμαστό·
σχεδόν όλος ο κόσμος, κάθε ορατό φαινόμενο, έγινε μυστήριο, ωραίο και βαθύ.
Και το φως έγινε άλλο·
χάιδευε τα αντικείμενα, τα περιέβαλλε κατά κάποιον τρόπο με στεφάνι δόξας, μεταδίδοντας σε αυτά παλμούς ζωής που δεν απεικονίζεται με τα μέσα που διαθέτει ο καλλιτέχνης.
Γεννιόταν μέσα μου η επιθυμία να υποκλιθώ με ευλάβεια μπροστά στον πρώτο καλλιτέχνη, τον Δημιουργό του παντός, με τον πόθο να Τον συναντήσω, να διδαχθώ από αυτόν, να γνωρίσω πώς Αυτός δημιουργεί.

~Άγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ του Έσσεξ

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Σαν σήμερα 28 Νοεμβρίου του 1912 πέφτει μαχόμενος ο ήρωας και μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης Λορέντζος Μαβίλης






Ήταν 28 Νοεμβρίου 1912 όταν Λορέντζος Μαβίλης θα χάσει τη ζωή του μαχόμενος στα βουνά της Ηπείρου στη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πόλεμου. Σαν σήμερα, λοιπόν, αυτός ο τεράστιος Έλληνας λογοτέχνης θα πέσει μαχόμενος στη μάχη του Δρίσκου. Στην μάχη ο Μαβίλης ηγούταν στο σώμα των Γαριβαλδινών που ήταν Ιταλοί εθελοντές, όπου μαζί με Έλληνες στρατιώτες απώθησαν τους Τούρκους μέχρι την ανατολική όχθη της λίμνης των Ιωαννίνων. Ο Μαβίλης αποτελεί παράδειγμα για όλους μας σήμερα, αφού αν και οικονομικά ευκατάστατος και διανοούμενος της εποχής, προτίμησε να πέσει στα βουνά της σκλαβωμένης Ηπείρου που ζητούσε Ένωση με τη Μάνα Ελλάδα. Την ώρα που η σφαίρα τον τραυμάτισε είπε συγκινημένος: <<Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα είχα την Μεγάλη αυτή τιμή να πεθάνω για την Ελλάδα>>. Το έργο του Μαβίλη αποτελούμενο από στίχους, πεζά, μεταφράσεις, πολιτικές αγορεύσεις και γράμματα, πηγάζει από τον έξοχο χαρακτήρα του και τις ξεκαθαρισμένες ιδέες του για τον άνθρωπο, το έθνος, τη θρησκεία, την τέχνη, την φιλοσοφία και την ηθική. 






Πατρίδα

Πάλε ξυπνάει τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀγέρι
στὴν πλάση μυστικῆς ἀγάπης γλύκα,
σὰν νύφ᾿ ἡ γῆ, πὄχει ἄμετρα ἄνθη προίκα,
λάμπει ἐνῶ σβηέται τῆς αὐγῆς τ᾿ ἀστέρι.
Πεταλοῦδες πετοῦν ταίρι μὲ ταίρι,
ἐδῶ βουίζει μέλισσα, ἐκεῖ σφήκα·
τὴ φύση στὴν καλή της ὥρα ἐβρῆκα,
λαχταρίζει ἡ ζωὴ σ᾿ ὅλα τὰ μέρη.
Κάθε μοσχοβολιὰ καὶ κάθε χρῶμα,
κάθε πουλιοῦ κελάηδημα ξυπνάει
πόθο στὰ φυλλοκάρδια μου κι ἐλπίδα
νὰ σοῦ ξαναφιλήσω τ᾿ ἅγιο χῶμα,
νὰ ξαναϊδῶ καὶ τὸ δικό σου Μάη,
ὄμορφή μου, καλή, γλυκειὰ πατρίδα.

 

Στὴν Πατρίδα

Πατρίδα, σὰν τὸν ἥλιο σου ἥλιος ἀλλοῦ δὲ λάμπει.
Πῶς εἰς τὸ φῶς του λαχταροῦν ἡ θάλασσα κι οἱ κάμποι,
πῶς λουλουδίζουν τὰ βουνά, τὰ δάσ᾿, οἱ λαγκαδιὲς
στέρνοντάς του θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!
Ἀφρολογοῦν οἱ ρεματιὲς καὶ λαχταρίζ᾿ ἡ λίμνη,
χίλιες πουλιῶν λαλιὲς ἠχοῦν, τῆς ὀμορφιᾶς του ὕμνοι,
σ᾿ ἄπειρ᾿ ἀστράφτουν χρώματα παντοῦ λογῆς λογῆς
τ᾿ ἀγέρα τὰ πετούμενα τὰ σερπετὰ τῆς γῆς.
Κι αὐτὸς σηκώνει τ᾿ ἀλαφρὰ τῆς καταχνιᾶς μαγνάδι,
κι ἡ κάθε στάλ᾿ ἀπὸ δροσιὰ γυαλίζει σὰν πετράδι,
κάθε ἀχτίδα του σκορπᾶ μὲ τὴν ἀναλαμπὴ
χαρά, ζωὴ καὶ δύναμη κι ἐλπίδα ὅπου κι ἂν μπεῖ.
Φαντάζεις σὰν τὸν ἥλιο σου κι ἐσύ, καλὴ πατρίδα,
καὶ μάγια σὰν τά μάγια σου στὸν κόσμο ἀλλοῦ δὲν εἶδα.
Ἡ γῆ σου εἶναι παράδεισος, κι αἰώνια γαλανὸς
γύρω σου καθρεφτίζεται στὸ πέλαγ᾿ ὁ οὐρανός.
Κι οἱ νύχτες σου μὲ τ᾿ ἄστρα τους, μὲ τὴ γαλάζια πάστρα,
μὲ τ᾿ ἀηδονολαλήματα, τρεμάμενα σὰν τ᾿ ἄστρα,
μὲ τὸ φεγγάρι ποὺ περνᾶ, σὰν τ᾿ ὄνειρο εὐτυχίας
στὴ μέση τῆς ἀπέραντης οὐράνιας ἡσυχίας.
Οἱ νύχτες σου δροσοβολοῦν χιλιόπλουμα λουλούδια
καὶ στῶν παιδιῶν σου τὶς καρδιὲς ἀμάραντα τραγούδια,
σταλάζουνε στὰ σπλάγχνα τους θεράπειο λησμονιᾶς,
ἐλευτεριᾶς ἀγάλλιαση καὶ μίσος τυραννιᾶς.
Μάγεμ᾿ ἀσημούφαντο, φῶς μαργαριταρένιο,
λιώνονται σ᾿ ἕνα χάραμα ξανθό, μαλαματένιο.
Γιομάτος μόσχους καὶ δροσιὲς ὁ Ζέφυρος τερπνᾶ
μέσ᾿ ἀπ᾿ ἀγάπης φαντασιὲς τὰ πλάσματα ξυπνᾶ.
Κι ἀνάμεσα στὰ χρώματ᾿ ἀπὸ χίλια οὐράνια τόξα,
προβαίνει πάλ᾿ ὁ ἥλιος εἰς ὅλη του τὴ δόξα.
Καί, σὰν τοῦ μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό,
ἕως τὸ χρυσὸ βασίλεμα λάμπει στὸν οὐρανό.
Ἑλλάς, τὸ μεγαλεῖο σου βασίλεμα δὲν ἔχει,
καὶ δίχως γνέφια τοὺς καιροὺς ἡ δόξα σου διατρέχει.
Ὅσες φορὲς ὁ ἥλιος σου νὰ σὲ φωτίσει ἐρθεῖ,
θὲ νὰ σὲ βρεῖ πεντάμορφη, στεφανωμένη ὀρθή.

~Λορέντζος Μαβίλης

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ ΚΑΛΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΟΙ, Η ΚΥΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ!



Από τη χθεσινή Αντικατοχική πορεία προς την Τουρκική Πρεσβεία λόγω της επετείου από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του μιαρού ψευδοκρατικού δορυφόρου της Τουρκίας στα κατεχόμενα ιερά εδάφη της Μεγαλονήσου Κύπρου μας!


Ε.Ο.Ν. ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΜΜΗ! 🇬🇷






Η Ελληνική Ορθόδοξη Νεολαία έδωσε δυναμικό παρών στην πορεία των Κυπρίων αδελφών μας στο κέντρο της Αθήνας, προς την τουρκική πρεσβεία, κατά του ψευδοκράτους. Εκατοντάδες φοιτητές φώναξαν συνθήματα για τον Ελληνισμό της Κύπρου μας, κατά της απάνθρωπης τουρκικής κατοχής και της διαχρονικής προδοτικής στάσης των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου.

ΤΟ ΕΘΝΟΣ, ΤΟ ΕΘΝΟΣ, ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΠΙΑ ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΙ
ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΟΥΡΚΟΙ ΚΑΙ ΕΓΓΛΕΖΟΙ



ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ
  Περπατώ, του δρόμου η άκρη είναι μακριά, θολωμένο δάκρυ, αίμα στάζει η καρδιά, μοναξιά είσαι απέραντη σαν λίμνη, έρημος χωρίς σκιά, μάνα εσύ έχεις την λύπη, τη σιωπή για συντροφιά. Τραγουδάω για μια πόλη, που 'χω μέσα στην καρδιά, τραγουδάω για μια κόρη, κόρη στην ακρογιαλιά. Χώμα που περπάτησα, γη που νοσταλγώ, χώμα που μ' ανάστησες, Αμμόχωστος.
  ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ - ΧΩΜΑ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΗΣΑ 
 Στίχοι-Μουσική: Στέλιος Χιώτης


  ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΜΟΥ Παντελής Θαλασσινός- Πόλυς Κυριακού

Θ’ ανάψω απόψε ένα κερί, με μουσική λυπητερή Κερύνεια μου. Να `ρθει το φως και να με βρει, Ν’ ανοίξει η μνήμη την πληγή, Κερύνεια μου. Θα μπω μ’ ένα παλιό βιολί, μες του σπιτιού μου την αυλή Κερύνεια μου, Κερύνεια μου. Να σε χορέψω μια στροφή, σαν άντρας πού `χει τρελαθεί Κερύνεια μου, Κερύνεια μου. Ύστερα θα `ρθει μια βροχή σαν ζυγαριά στην αντοχή Κερύνεια μου. Οι νότες τέρμα θ’ ανεβούν, με αίμα οι σταγόνες θα μας βρουν Κερύνεια μου Θα μπω μ’ ένα παλιό βιολί μεσ’ του σπιτιού μου την αυλή Κερύνεια μου, Κερύνεια μου. Να σε χορέψω μια στροφή σαν άντρας πού `χει τρελαθεί Κερύνεια μου, Κερύνεια μου. Ποιος μας πληγώνει; Ποιος μας πονά; Ποιος μαχαιρώνει; Ποιος μας πληγώνει; Ποιος μας πονά; Ποιος μας ενώνει;



https://www.youtube.com/watch?v=A9bRxnVTwPk